δρυός

δρυός
δρῦς
tree
fem gen sg
δρῦς
tree
fem gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

См. также в других словарях:

  • Δρυός — Παράλιος οικισμός (υψόμ. 20 μ., 201 κάτ.) της Πάρου. Βρίσκεται στην ανατολική ακτή του νησιού. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πάρου του νομού Κυκλάδων …   Dictionary of Greek

  • Δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται. — См. На покляпое дерево и козы скачут …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • δρύε — δρύος woodland masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρύον — δρύος woodland masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • HAMADRYADLS — nhymphae. Virg. Ecl. 10. v. 62. Iam neque Hamadryades rursus; nec carmina nobis Ipsa placent. Ubi Serv. Nymphae, inquit, sunt, quae cum arboribus nascuntur et intereunt; ἀπὸ τȏυ ἅμα, καὶ τῆς δρυὸς, qualis fuit illa, quam Erisichthon occidit. Ovid …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ROBUR — I. ROBUR Ammian munimentum in suburbio Basileae: Rotthauss, Simlero. Sic autem castrum vocatum est a Valentiniano Aug. contra Alamannos, aedificatum. Quod in loco fuisse Urbis Basileae, ubi nunc summum Templum, contendit Chr. Urstisius in Epit.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • γάβρος — Ονομασία τεσσάρων οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 760 μ., 53 κάτ.) στην πρώην επαρχία Ναυπακτίας του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του νομού. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Πυλλήνης. 2. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 650 μ.,… …   Dictionary of Greek

  • μελάνδρυος — μελάνδρυος, ον (Α) αυτός που έχει μαύρα φύλλα, όπως η δρυς («πίτυος ἐκ μελανδρύου», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μέλας, + ανος + δρυος (< δρῦς, δρυός)] …   Dictionary of Greek

  • πυκνοβελονιά — η, Ν βοτ. κοινή ονομασία δρυός τού είδους Quercus conferta, τής οικογένειας φηγίδες, που διακρίνεται από τα άλλα ελληνικά είδη δρυός χάρη στα πολύ μεγάλα φύλλα της, τα οποία έχουν μήκος μέχρι και 18 εκατοστόμετρα …   Dictionary of Greek

  • θαυματοποία — Γένος λεπιδοπτέρων εντόμων της οικογένειας των θαυματοποιιδών. Οι κάμπιες τους, όταν αναζητούν την τροφή τους, συνηθίζουν να μετακινούνται σχηματίζοντας μακρές γραμμές. Αυτή η οικογένεια είναι διαδεδομένη σε ολόκληρο τον κόσμο και ειδικότερα στις …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»